διασμιλεύω

διασμῑλεύω,
A polish off with the chisel: metaph.,

δ. βίβλους AP15.38

([place name] Cometas); διεσμιλευμέναι φροντίδες refined, subtle theories, Alex. 221.8. Adv.

διεσμιλευμένως Poll.6.150

, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασμιλεύω — (Α) 1. καθιστώ λείο, στιλβώνω με τη σμίλη 2. φρ. «διεσμιλευμέναι φροντίδες» θεωρίες έντεχνα επεξεργασμένες …   Dictionary of Greek

  • διεσμιλευμένα — διεσμῑλευμένα , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp neut nom/voc/acc pl διεσμῑλευμένᾱ , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp fem nom/voc/acc dual διεσμῑλευμένᾱ , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασμιλεύσας — διασμιλεύσᾱς , διασμιλεύω polish off with the chisel aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) διασμῑλεύσᾱς , διασμιλεύω polish off with the chisel aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσμιλευμέναι — διεσμῑλευμέναι , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp fem nom/voc pl διεσμῑλευμένᾱͅ , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσμιλευμένον — διεσμῑλευμένον , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp masc acc sg διεσμῑλευμένον , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσμιλευμένων — διεσμῑλευμένων , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp fem gen pl διεσμῑλευμένων , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσμιλευμένος — διεσμῑλευμένος , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσμιλευμένως — διεσμῑλευμένως , διασμιλεύω polish off with the chisel perf part mp masc acc pl (doric) διεσμιλευμένως in polished style indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεσμίλευσα — διεσμί̱λευσα , διασμιλεύω polish off with the chisel aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.